Δευτέρα, 22 Μαΐου 2012

Ανδρογόνα

 

Τα ανδρογόνα είναι στερινοειδείς ορμόνες, οι οποίες προκαλούν και διατηρούν τα ανδρικά δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου (αρρενοποίηση) και είναι υπεύθυνα για την ανδρική σεξουαλική συμπεριφορά.
Επίσης, προάγουν τον μεταβολισμό των πρωτεϊνών (αναβολική δράση), επιταχύνουν την σωματική ανάπτυξη, οστεοποίηση και σύγκλειση των επιφύσεων, διεγείρουν την παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων και έχουν ήπια δράση κατακράτησης νατρίου, χλωριούχων και ύδατος.

Η χορήγηση ανδρογόνων σε θήλεα άτομα προκαλεί ανάπτυξη ανδρικών δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου (τρίχωση προσώπου και σώματος, βαθιά φωνή, αύξηση μεγέθους κλειτορίδας, μετωπιαία φαλάκρα και ανάπτυξη του μυικού συστήματος).

Η πιο ισχυρή ανδρογόνος ορμόνη είναι η τεστοστερόνη. Για να δράσει όμως στους ειδικούς για τα ανδρογόνα ιστούς-στόχους (δέρμα, προστάτης, σπερματοδόχες κύστεις, επιδιδυμίδα) είναι αναγκαία η μετατροπή της που γίνεται με τη βοήθεια του ενζύμου 5α-αναγωγάση σε δεϋδροτεστοστερόνη. Η μετατροπή αυτή δεν είναι αναγκαία για τη δράση της (ανδρογόνο και αναβολική) στους σκελετικούς μυς, μυελό των οστών και σε μερικούς άλλους ιστούς.

Η χορήγηση ανδρογόνων και ιδιαίτερα μεγάλων δόσεων σε φυσιολογικούς άνδρες προκαλεί αναστολή της έκκρισης των γοναδοτροπινών από την υπόφυση, με αποτέλεσμα την ελάττωση της σπερματογένεσης και την καταστολή γενικά της ορχικής λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό, τα ανδρογόνα δεν έχουν θέση στη θεραπεία της ψυχογενούς ανικανότητας.

Χορήγηση ανδρογόνων σε δευτερογενή υπογοναδισμό, από λειτουργική ή οργανική βλάβη του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, προκαλεί αρρενοποίηση, όχι όμως και φυσιολογική σπερματογένεση. Για την επίτευξη της τελευταίας απαιτείται θεραπεία με ανθρώπινη χοριακή εμμηνοπαυσιακή γοναδοτροπίνη. Γενικά χορήγηση ανδρογόνων σε άτομα με υπογοναδισμό συνοδεύεται, εκτός από την αρρενοποίηση και από σαφή αναβολική δράση με αποτέλεσμα την πρόληψη της οστεοπόρωσης και τη διατήρηση της μυικής μάζας.

Κατά τη χορήγηση ανδρογόνων σε αγόρια με απλή καθυστέρηση ήβης απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον καθορισμό της κατάλληλης δόσης και της διάρκειας θεραπείας για την αποφυγή πρώιμης σύγκλησης των επιφύσεων και καθυστέρησης ή αναστολής της σωματικής ανάπτυξης. Εναλλακτική λύση αποτελεί η περιοδική χορήγηση ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης.

Πηγή: http://www.ifet.gr/es2003/6.5.1.htm